ΑΙΜΑΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ – ΕΙΔΙΚΟΣ ΟΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Οι αιματολογικές εξετάσεις συμβάλλουν σημαντικά στο διαγνωστικό χειρισμό των αλλεργικών ασθενών και μπορούν κατά περίπτωση να διενεργούνται είτε μόνες τους είτε συμπληρωματικά στις δερματικές δοκιμασίες, κατά την κρίση του θεράποντος ιατρού. Συμβάλλουν κατά κύριο λόγο στη διερεύνηση της άμεσου τύπου αντιδραστικότητας, ενώ ο ρόλος τους στις επιβραδυνόμενου τύπου αλλεργίες είναι αρκετά περιορισμένος. Ο έλεγχος οδηγεί στην ανίχνευση ειδικών αντισωμάτων (specific IgE/sIgE) έναντι διαφόρων αλλεργιογόνων όπως π.χ. αερο-αλλεργιογόνων, τροφικών και φαρμακευτικών αλλεργιογόνων καθώς και αλλεργιογόνων του latex ή και των υμενοπτέρων (μέλισσα, σφήκα).

Οι αιματολογικές εξετάσεις που είναι εμπορικά διαθέσιμες είναι διαφόρων τύπων ανάλογα με την ευαισθησία της εκάστοτε χρησιμοποιούμενης μεθόδου (RAST, ImmunoCAP κλπ.).

Ιδιαίτερης αναφοράς χρήζει η μοριακή διαγνωστική προσέγγιση (Component Resolved Diagnostics/CRD) των αλλεργικών ασθενών, μιας πολύ ενδιαφέρουσας πρόσφατης κατάκτησης στο χώρο της διάγνωσης της αλλεργίας, που προσέθεσε νέες δυνατότητες στη φαρέτρα του σύγχρονου αλλεργιολόγου, ειδικότερα στις περιπτώσεις της τροφικής, της αναπνευστικής αλλά και της αλλεργίας σε υμενόπτερα (μέλισσα, σφήκα).

Δεδομένων των εγγενών περιορισμών των συμβατικών διαγνωστικών μεθόδων (δερματικές δοκιμασίες, RAST, CAP) που οφείλονται στη δυνατότητα τους να αξιολογούν την αντιδραστικότητα των αλλεργικών ασθενών σε ολόκληρα και μόνο εκχυλίσματα των υπό έλεγχο αλλεργιογόνων, η νέα και πολλά υποσχόμενη μέθοδος των CRD μπορεί με μια απλή αιμοληψία (ακριβώς ίδια όπως στην περίπτωση των RAST-CAP) να δώσει στον ιατρό και κατά επέκταση στον ασθενή ένα ευρύτερο και ειδικότερο πλήθος πληροφοριών. Πιο συγκεκριμένα, οι παλαιότερες διαγνωστικές μέθοδοι αν και μπορούν με εξαιρετική ακρίβεια να καταδείξουν το είδος του αλλεργιογόνου π.χ. τροφή που επάγει τα συμπτώματα του ασθενούς η αλήθεια είναι ότι αδυνατούν να προσδώσουν το ‘’κάτι παραπάνω’’ στη συμβουλευτική του ιατρού προς τον ασθενή. Έτσι για παράδειγμα στην περίπτωση ενός ασθενούς αλλεργικού στους ξηρούς καρπούς τα SPTs-RAST ή CAP μπορούν να υποδείξουν τον ένοχο, ωστόσο δεν μπορούν να απαντήσουν στο αν ο ασθενής μπορεί ή όχι να καταναλώσει με ασφάλεια ίχνη ξηρών καρπών (π.χ. σε κάποιο γλυκό ή σοκολάτα), αν διάφοροι παράμετροι της καθημερινότητας του (λοιμώξεις, άσκηση κλπ.) μπορούν να οδηγήσουν σε πιο εύκολη εμφάνιση σοβαρών αντιδράσεων σε περιπτώσεις ακούσιας κατανάλωσης τους ή και ακόμη αν η παρούσα αλλεργία στους ξηρούς καρπούς μπορεί να σημαίνει ότι ο ασθενής μπορεί άφοβα ή δεν μπορεί να καταναλώσει και κάποια άλλη κατηγορία τροφίμων (π.χ. φρούτα όπως ροδάκινο, όσπρια ή άλλα τρόφιμα με παρόμοια σε άλλοτε άλλο βαθμό πρωτεϊνική σύνθεση) ή ακόμη και κάποιον άλλο ξηρό καρπό (π.χ. σε περίπτωση πρότερης αντίδρασης μόνο σε ένα καρπό και μη κατανάλωση των υπολοίπων ως τότε). Αυτές είναι πρόσθετες πληροφορίες που μπορούμε να λάβουμε με τη μέθοδο των CRD, γιατί δύναται να καταδείξει όχι μόνο αδρά έναντι π.χ. ποιας τροφής έχει δημιουργήσει ο οργανισμός ειδικά αντισώματα (sIgE) αλλά και έναντι ποιων ειδικών μορίων της συγκεκριμένης τροφής έχουν αυτά παραχθεί. Η παραπάνω αυτή πληροφορία είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον ιατρό και τον ασθενή αφού μπορεί πρωτογενώς κιόλας να δώσει αρκετά στοιχεία για:

  1. Τη σοβαρότητα-βαρύτητα της αντιδραστικότητας (ή αλλιώς της αλλεργίας) του ασθενούς.
  2. Τη χρονική διάρκεια της νόσου. Σε πρόσφατες μελέτες έχει φανεί ότι αλλεργία σε ξηρούς καρπούς που οφείλεται σε ευαισθητοποίηση των ασθενών σε αποθηκευτικές πρωτεΐνες-μόρια του καρπού συσχετίζονται με βραδύτερη αποδρομή της νόσου, περιορισμό της δυνατότητας του ιατρού να προβεί σε ειδικούς θεραπευτικούς χειρισμούς στον ασθενή αλλά και πολύ πιο απειλητικές για την ζωή των ασθενών αντιδράσεις μετά την έκθεση στο υπεύθυνο αλλεργιογόνο.
  3. Την αποφυγή άσκοπων διατροφικών περιορισμών. Ο καθορισμός του μοριακού προφίλ αντιδραστικότητας στην περίπτωση της τροφικής αλλεργίας είναι ιδιαίτερα σημαντικός αφού μπορεί να αποτρέψει άσκοπες και αχρείαστες παραινέσεις διατροφικής αποφυγής και τρομολαγνείας που μειώνουν σε σημαντικό βαθμό την ποιότητα ζωής τόσο του παιδιού όσο και του ενήλικα. Για παράδειγμα στην περίπτωση των ξηρών καρπών ευαισθητοποίηση ενός ασθενούς σε μόρια όπως η προφιλίνη σημαίνει ότι ο ασθενής μπορεί να ανεχθεί τη βρώση του καρπού παρά το θετικό δερματικό τεστ, είτε άμεσα (με πολύ ήπια κατά κανόνα συμπτώματα) ή σε τροποποιημένη (μαγειρεμένη) μορφή. Αντίστοιχα η απουσία ευαισθητοποίησης στη περίπτωση του αβγού στο μόριο ovomucoid (που αποτελεί το σημαντικότερο αλλεργιογόνο του λευκώματος του αβγού) υποδηλώνει ότι ο ασθενής αυτός μπορεί να ανεχθεί με πολύ καλές πιθανότητες, παρά το θετικό δερματικό τεστ ή το θετικό RAST, το αβγό σε διάφορα μίγματα όπως π.χ. μια φέτα κέικ. Για φανταστείτε λοιπόν τι μπορεί να σημαίνει στη ζωή ενός παιδιού η δυνατότητα να καταναλώνει χωρίς πρόβλημα μια απλή φέτα κέικ κατά τη διάρκεια ενός παιδικού πάρτυ…
  4. Την επιλογή της ορθής θεραπείας. Πέραν όλων των προαναφερθέντων η μέθοδος CRD μπορεί μέσω του ειδικού μοριακού προφίλ του αλλεργικού ασθενούς που δύναται να απεικονίσει, να οδηγήσει στην πλέον στοχευμένη επιλογή ανοσοθεραπείας του στις περιπτώσεις αλλεργικής ρινοεπιπεφυκίτιδας. Το γεγονός αυτό σε αντίθεση με την κλασσική διαγνωστική προσέγγιση μπορεί να οδηγήσει σε πιο προσωποποιημένες επιλογές θεραπείας κάτι που φυσικά είναι και το ζητούμενο, μια που οδηγεί στο maximum θεραπευτικό αποτέλεσμα. Επιπρόσθετα, στην περίπτωση των πολύ-ευαισθητοποιημένων ασθενών (π.χ. ασθενείς που στα δερματικά τεστ εμφανίζουν ερυθρότητα και διόγκωση στα περισσότερα εκ των ελεγχόμενων αλλεργιογόνων) μπορεί να οδηγήσει στον καθορισμό των κλινικά σημαντικών ευαισθητοποιήσεων, δίδοντας έτσι στον ασθενή είτε τη δυνατότητα να προβεί στη λύση μια ευεργετικής για αυτόν ανοσοθεραπείας, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις την αποφυγή μιας τέτοιας επιλογής επί μη υπάρξεως αυξημένων προσδοκιών ενός επαρκώς καλού θεραπευτικού αποτελέσματος.
  5. Και στις περιπτώσεις όμως εμφάνισης πολλαπλών ευαισθητοποιήσεων που προκύπτουν μέσω της συμβατικής διαγνωστικής σε ασθενείς με αλλεργία στα υμενόπτερα, και οφείλονται εν πολλοίς στην παρουσία στα δηλητήρια μέλισσας και σφήκας μη κλινικών σημαντικά αντιγόνων αλλά και σε μικρότερο βαθμό στην κατά ένα βαθμό κοινή πρωτεϊνική αλληλουχία (ομοιότητα) των 2 δηλητηρίων, τα CRDs μπορούν να διαχωρίσουν τις κλινικά σημαντικές ευαισθητοποιήσεις και κατά αυτό τον τρόπο να καθορίσουν αν ο ασθενής χρειάζεται να προβεί σε θεραπεία στο ένα, στο άλλο ή και στα 2 δηλητήρια.
 

 

Διαβάστε επίσης άλλες μορφές διάγνωσης :

Αν θέλετε να κάνετε κάποια ερώτηση παρακαλώ συμπληρώστε την φόρμα επικοινωνίας.